Αν και πολυφωτογραφημένο το ψαροχώρι που έρχομαι κάθε Αύγουστο, δεν διαθέτει ούτε φούρνο ούτε μανάβη. Ένα καφέ, ένα μπαρ,δύο ταβέρνες και ένα…σουβλατζίδικο μπουτίκ. Όλο το χωριό μαζί, είναι δεν είναι όσο ένα μεγαλοξενοδοχείο δηλαδή. Σούπερ μάρκετ στα τριάντα χιλιόμετρα. Δηλαδή Παράδεισος. Ξέρεις τί είναι ένας μήνας χωρίς ταμπέλες; Αφήνει άνεργους ψυχιάτρους. Σφραγίζει κλινικές.
Επειδή το εμπορικό δαιμόνιο του Έλληνα όμως δεν ορρωδεί προ ουδενός, κάθε δεύτερη μέρα έχουμε ομαδικό εγερτήριο από ντουντούκα. Κάποιος φορτώνει ένα ημιφορτηγό με ψωμιά και γυρνάει το χωριό μέχρι να πουλήσει και το τελευταίο κρουατσίνι με τυρί. Το αυτόν συμβαίνει και με τα οπωροκηπευτικά, καθώς και είδη ενδυμασίας. Έχε χάρη που συνήθως είμαι σε ακατάλληλη περιβολή, αλλιώς θα είχα κατέβει να αγοράσω ρόμπες για ξεκούμπωμα και “εργατικά” παπούτσια.
Κατά κανόνα τίποτε σπουδαίο δεν συμβαίνει στο μικρό μας χωριό. Εχτές βέβαια, ο γιος μιας κυρίας πήγε στη χώρα να καταθέσει μήνυση κατά της γειτόνισσας γιατί όταν πέρναγε η μαμά του από κει της φώναξε: “Βρε καλό στ’ αρ…. μας τα δυο!” Αλλά γενικά έχουμε ησυχία.
Και μια φορά το χρόνο πανηγύρι. Ε, εκείνη τη μέρα πάμε στο βουνό για φαγητό.
the matinee orchestra : imagination of a watermelon




